Καλως ήλθατε από τον Τζι

Το προηγούμενο μπλογκ μου είχε την θερμή υποστήριξη της Breeze, βασικότατη πηγή έμπνευσης. Η απώλειά της μου δημιούργησε την ανάγκη για ένα μετερίζι απ' όπου θα μπορώ να ξεπροβάλλω όσο με παίρνει αλλά και να εξαφανίζομαι μέσα σ' αυτό ή να το μεταφέρω όπου θέλω όπως ο πάγουρος, ο Βερνάρδος ο ερημίτης το σπιτάκι του.
Είναι το τίμημα μα και η απόλαυση της μοναξιάς.

Διηγήματα θα βρείτε στην διηγηματοποίηση
και ποιήματα στην ποιηματοποίηση

Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Κολήματα, γυναίκες και πολιτική




Είχε τα κολήματά του. Οπως κάθε φυσιο-λογικός άνθρωπος. Μόνο ο λογικός άνθρωπος δεν έχει κολήματα αλλά αυτός- όπως λέει και τ' όνομά του- ζει χωρίς την Φύση, οπότε δεν λέει.
Ενα από τα κολήματά του - και πολύ σχετικό με την Φύση- ήταν η ύπαρξη συντρόφου. Κάπου είχε διαβάσει πως δεξιά κι αριστερά κάθε σωστού άντρα πρέπει να στέκονται η γυναίκα του και ο γιός του. Γιό είχε αλλά με την γυναίκα του είχε χωρίσει εδώ και χρόνια. Κι όσο τα χρόνια περνάνε οι παραξενιές μεγαλώνουν και οι καινούργιες σχέσεις, ομόφυλες και ετερόφυλες, γίνονται συνεχώς και περισσότερο επιφανειακές και εφήμερες. Αν δε προστεθούν και οι απώλειες λόγω του αναπόφευκτου, η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη.

Ενα άλλο κόλημά του ήταν η φράση μιας τσιγγάνας που του είχε πει "μην πας ποτέ σου με μια που την λένε Μαρία γιατί μετά μόνο με Μαρίες θα πηγαίνεις". Κι ο διάβολος τάφερε όταν πιτσιρικάς έγινε κάτι παραπάνω από φίλος με την Μαριγώ, να αρραβωνιασθεί την Μαίρη, να ερωτευθεί την Μαργαρίτα και να παντρευθεί μια Μαρία. Οταν χώρισε νόμισε πως είχε ξεμπερδέψει με τις γυναίκες από Μαρ- αλλά οι μόνες νέες προσθήκες στις Μαρίκες, Μαρίνες και Μαριλίζες που ακολούθησαν ήταν μια Μαγδαληνή και μία Μάγδα. Το προφανές συμπέρασμα ήταν πως τελικά καθοριστικό ρόλο έπαιζαν μόνο τα δυο πρώτα γράμματα, γι αυτόν όλες οι γυναίκες (θα) έπρεπε να έχουν όνομα που αρχίζει από Μα.

Αυτό, με την πάροδο του χρόνου, άρχισε να του θυμίζει την πολιτική κατάσταση, προ χούντας, επί χούντας, μετά την χούντα, με τον "σοσιαλισμό" του 81, την "ολική επαναφορά" του ακατανόμαστου, τον "καθηγητή Σημίτη" και τους συνονόματους των προηγούμενων πρωθυπουργών. "Ολοι τους ίδιοι είναι", σκέφτηκε, " όπως όλες οι γυναίκες αρχίζουν από Μα".
Ισως να έφταιγε πως όλοι χρησιμοποιούσαν τον ίδιο αστυνόμο, τον ίδιο δάσκαλο, τον ίδιο παπά.

Μέχρι που προ διετίας περίπου του έπεσε στον δρόμο του μια Αγγλιδούλα, ονόματι Sarah. Τρελλάθηκε, ήταν σαν να τα είχε πρώτη φορά με γυναίκα και δεν ήταν η πρώτη φορά που τα έφιαχνε με αλλοδαπή. Αντίθετα είχαν παρελάσει και Μαίρη και Μανταλένα και Μαργκίτε και άλλες πάντα σύμφωνα με τον κανόνα του Μα-. Η Σάρα αφού έκανε το καλοκαιράκι της με μεσογειακή διατροφή και συντροφιά ανεχώρησε στην Αγγλία παρά τις απέλπιδες προσπάθειές του να την κρατήσει εδώ.
Εντελώς συμπτωματικά περίπου τότε εμφανίσθηκε ηχηρά στο πολιτικό προσκήνιο η Χρυσή Αυγή...

Τώρα βίωνε την αλήθεια των λόγων ενός συγγραφέα που έλεγε πως με την πάροδο των ετών μεγαλώνουν τα διαστήματα της ψυχοβγαλτικής αναμονής και μικραίνουν τα διαλείματα που περνάει κάποιος καλά. Σοφές κουβέντες. Ποτέ άλλοτε δεν είχε διανύσει τόσο μεγάλο διάστημα μοναξιάς. Και πλέον είχε κατασταλάξει στο ακριβές όνομα που θα έπρεπε να έχει η επόμενη σύντροφός του : 
Μάρα !!
Λογικό του φαινότανε, μετά την Σάρα και η Μάρα, ασορτί και με τις σχέσεις του και με το πολιτικό γίγνεσθαι...

Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

Προσκλητήριο



Αργησε φέτος το καλοκαίρι, όχι μόνο από μετεωρολογικής άποψης αλλά και στις καρδιές. Κάτι το μουντιάλ που μας απόσπασε την προσοχή, κάτι ο απόηχος των εκλογών που ακόμα δεν μετουσιώθηκε σε καλοκαιριάτικα οικονομικά μέτρα όπως όλοι απευχόμαστε, πέρασε σχεδόν όλος ο Ιούνης κι ακόμα περιμένουμε χωρίς να ξέρουμε τι. Σαν την κουβέρτα που δεν λέει να φύγει από τα πόδια στο κρεβάτι, κάνει κρύο ακόμη λίγο πριν ξημερώσει.
Μετά πολλών κόπων και βασάνων η βάρκα που μου παραχωρήθηκε πήρε τη θέση της στο μικρό λιμανάκι του Χηρόλακα. Η επισκευή της δικιάς μου αναβάλλεται για καλύτερα οικονομικά έτη, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Ελπίδα που σιγοκαίει σαν το καντήλι, η βάρκα που μου δώσανε είναι καλύτερη αλλά για πιο αθλητικούς τύπους, εμένα με κουράζει αρκετά.
Τα ψαράκια στη θέση τους, μετά από ένα-δυο αναγνωριστικά ψαρέματα, έρχονται κάθε πρωΐ  στο ραντεβού μας.

Πολλές απουσίες και άδεια ρεμέντζα προκαλούν θλίψη, ένα από αυτά είναι και το δικό μου. Μα χειρότερη θλίψη είναι σαν ξανοίγομαι  στον ψαρότοπο και περιμένω μάταια κάποια βάρκα γνωστή να πλησιάσει. " Δεν τάμαθες ; ο Θ. περνάει άσκημα" ήταν η απάντηση σαν ρώτησα πως και δεν βγαίνει αυτός που πρώτος στα σκοτάδια έψαχνε τους μπαλάδες τους πρωτοκλασσάτους.
Αμ ο Τ. ; " Πέθανε δεν τόμαθες ; Στο τραπέζι όπως καθότανε. Εμφραγμα. Τόσο νέος !"

Ανησυχώ που δεν βλέπω και τους Ιταλούς. πρέπει να τους βάρεσε κι αυτούς η κρίση, συνήθως έρχονταν από αρχές Ιούνη.
Περιμένω και τους (ακόμα εργαζόμενους) εκπαιδευτικούς, αυτοί έρχονται Ιούλη

Και μόνο ο Ιωνάθαν, πιστός φίλος, δεν πτοήθηκε από την αλλαγή της βάρκας αλλά από το πρώτο ψάρεμα έπιασε θέση στην πλώρη αγριεύοντας τους αντίζηλους και περιμένοντας καρτερικά τον μεζέ του. Μόνο που δεν έμαθε (ακόμη) να ποζάρει σε θέσεις που δεν κοντράρουν τον ήλιο !

Τετάρτη, 18 Ιουνίου 2014

Ιστιοπλοϊκά τινά...


Το καλοκαίρι , στην Ελλάδα, είναι κυρίως θάλασσα. Οχι ότι έχω τίποτε με τα βουνά και τους υπόλοιπους στεριανούς προορισμούς αλλά γιατί την θάλασσα της Ελλάδας δεν την βρίσκεις εύκολα αλλού, ενώ τις ηπειρωτικές της απολαύσεις σχεδόν παντού.


Η σχέση μας με την θάλασσα αλλάζει ολοκληρωτικά με την παρουσία ενός πλεούμενου, από την πιο ταπεινή βαρκούλα μέχρι  την πολυτελέστερη θαλαμηγό, μας δίνει το πλεονέκτημα μοναδικών απολαύσεων όπως είναι η θέα από την θάλασσα ή το αεράκι  της θαλάσσιας διαδρομής που κανένα αιρκοντίσιον δεν μπορεί να συναγωνισθεί


Αλλά όπως γίνεται και με τα αυτοκίνητα και εδώ η κατοχή ενός σκάφους συνήθως αποσκοπεί στην ανάπτυξη του κοινωνικού πρεστίζ παρά στην χρησιμότητα του "εργαλείου". Οπως λοιπόν το Κολονάκι πήζει από υπερπολυτελή "αγροτικά" έτσι και στα λιμάνια τα καλοκαίρια, συνωστίζονται διαφόρων ειδών πανάκριβα πλεούμενα με δυό κύριες κατηγορίες να ξεχωρίζουν, τις θαλαμηγούς με το πολυπληθές προσωπικό και τα λεγόμενα "ιστιοπλοϊκά" κόττερα όπου οι επιβαίνοντες είναι και πλήρωμα συγχρόνως, με μοναδική εξαίρεση τον νοικιασμένο καπετάνιο στην περίπτωση που ο ιδιοκτήτης έχει αμελήσει ή αποτύχει να πάρει δίπλωμα ναυσιπλοΐας. Οσοι έχουν θαλαμηγό και θέλουν να ξεχωρίζουν έχουν διάφορους τρόπους, ενας εξεζητημένος είναι και ο παρακάτω :



Συνήθως στις θαλαμηγούς οι επιβαίνοντες ανήκουν στην λεγόμενη "τρίτη" ηλικία (ποιές είναι οι δυο "πρώτες" κανένας δεν κάνει τον κόπο να μας εξηγήσει ) ενώ στα κόττερα παίζουν συνήθως οι ηλικίες των -άντα.


Με εξαίρεση τους λαμβάνοντες καθε χρόνο μέρος στο ιστιοπλοϊκό ράλλυ Αιγαίου, οι υπόλοιποι κάτοχοι των ιστιοπλοϊκών δεν ανοίγουν τα πανιά τους, μάλλον θα τους μπερδεύει στην πλοήγηση με την μηχανή. Ο γράφων είχε την εμπειρία ενός ταξιδιού με πανιά στο σκάφος ενός έμπειρου Ιρλανδού ιστιοπλόου και θυμάται ακόμα την μαγεία που προσφέρει ο παφλασμός των κυμάτων στην απόλυτη ησυχία του ανοικτού πελάγους. Θυμάται ακόμα την βουτιά του μεσοπέλαγα εκεί ακριβώς που πριν λίγο είχε "παίξει" ένα φτερό σκίζοντας τον αφρό, μα και τα κυδώνια με ούζο αντί λεμόνι σαν πιάσαμε αμμουδιά. Θυμάται που προσπάθησε να τον μάθει να ψαρεύει και τον είδε να κάνει την λάντζα του σκάφους "Σαν είμαστε στο σκάφος ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, ψάρευε εσύ να φάμε και γω θα φροντίσω νάμαστε καθαρά ". Το άλλο που θυμάται ήταν η συμβουλή του γερόλυκου της θάλασσας "Μη βάζεις γυναίκες στο σκαρί, κάνουν πολύ φασαρία".
Θυμόσαστε την περιβόητη ατάκα του Βουτσά " Εχω και κόττερο, πάμε μια βόλτα ; "




Λοιπόν, παρατηρήστε το, το πιο απαραίτητο αξεσουάρ στο κόττερο είναι η...γκόμενα !!
 Η παρουσία της είναι "μαστ" κατά τους χειρισμούς πρόσδεσης, όταν με χάρη μπικινοφορούσα κρεμάει τα μπαλλόνια για τις επαφές με τα διπλανά σκάφη ή μελετάει εμβριθώς το βάθος για να μην βρει πάτο το σκαρί, (ειδικά με τάγκα) σκυμμένη στην πλώρη, δίνοντας άριστες πληροφορίες για την κατηγορία του σκάφους :



Απλά αδύνατη (δεν θα δείτε ποτέ χοντρή, ούτε καν "εύσωμη" σε ιστιοπλοϊκό, αντίθετα από τις θαλαμηγους) σημαίνει σκάφος ολίγων μέτρων με φτωχότατο εξοπλισμό.
Καλλίσωμη χωρίς στήθος, σκάφος μεσαίο προς μεγάλο, μέτρια εξοπλισμένο.
Καλλίσωμη με πλούσιο στήθος, μεγάλο σκάφος, καλά εξοπλισμένο
Καλλίσωμη με πλούσιο στήθος και ωραίο πρόσωπο, μεγάλο πολυτελές σκάφος, άριστα εξοπλισμένο.



 Σαφώς βέβαια οι γνήσιες απολαύσεις που προσφέρει η θάλασσα δεν εξαρτώνται ούτε από το μέγεθος του σκάφους ούτε από τα...κυβικά του θηλυκού "πληρώματος", μερικές φορές δε τα κόττερα, δεν  μπορούν καν να πλησιάσουν σε...αβαθείς προκλήσεις που είναι μόνο για βαρκάκια.



Φυσικά υπάρχουν και κάποιοι που προσπαθούν να εκμεταλλευθούν  το ιστιοφόρο σαν χώρο δουλειάς, σαν ένα θέατρο με μιά αταξία όμοια μ' αυτή που λατρεύω και με ρυθμούς έξω απ' την σκληράδα της κοινωνίας. Μιά πολυσυλλεκτική και πολυεθνική ομάδα με την χαλαρή καθοδήγηση του "κυβερνήτη" να ετοιμάζει μιά οπτικοακουστική παράσταση, τι σημασία θα είχε το θέμα της παράστασης μπροστά σ' αυτή τη γενναιόδωρη προσπάθεια. Στη στεριά μια μικρή κοπέλλα έραβε όχι τα ιστία αλλά τα "κοστούμια" των ηθοποιών, ενώ πιο πέρα μπρατσωμένοι άντρες μοντάρανε τα πανιά του ιστιοφόρου, και κάποια έκανε πρόβα στα ακροβατικά του σαλτιμπάγκου. Διακεκομένες μουσικές "ατάκες" πολύ δυνατά δοκίμαζαν την αντοχή των μεγαφώνων συμπληρώνοντας την πρόβα ενός θίασου που θύμιζε περισσότερο (και ίσως ήταν) πλήρωμα καραβιού, τσούρμο.

Η θάλασσα, η θάλασσα όλα τα αντέχει !

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Μοναξιά




  από την διηγηματοποίηση, τις ιστορίες με αλάτι





Κάτι η οικονομική κατάσταση που συνεχώς γυρεύει φόρους, κάτι η ηλικία που συνεχώς προσθέτει άλατα στις αρθρώσεις, η βαρκούλα έμεινε μόνη φέτος στο μικρό λιμανάκι. Ανεβοκατεβαίνουνε οι τσαμαδούρες ακολουθώντας το κύμα και σαπίζουνε στον ήλιο τα σκοινιά περιμένοντας μάταια κάποιο βαρκάκι να δέσει. Μόνη η "Κυριακή", μια πενταμισάρα γαΐτα γεμάτη δίιχτυα και παραγάδια, που παλεύει για το βιος μιας φαμελιάς, μάταια περιμένει τις φίλες της, τις ερασιτέχνισσες με τις συρτές  και τις καθετές. Ακρίβυναν και οι μπενζίνες, η "Κυριακή" δεν έχει γρήγορη "φαγάνα" εξωλέμβια αλλά μια φάριμαν με πετρέλαιο, πρώτη σ' οικονομία και στη σιγουριά.

Θλιβερό το θέαμα της μόνης βάρκας και σκληρά να ξεκινάει η μέρα μεσ' στα σκοτάδια  χωρίς ν' ανταλλάσσει ο κύρης της  μια καλημέρα με τους ψαράδες σαν ξεκινάει για το λεβάρισμα.Κι ακόμα περισσότερο στενόχωρη σαν με τον ήλιο σηκωμένο ξεψαρίζει χωρίς ματιές και πειράγματα για την ψαριά του.
Μόνο οι γάτες περιμένουν υπομονετικά στην προκυμαία για τον μεζέ τους.
Κι οι πελάτες ;
Χαθήκανε κι αυτοί. Που είναι η εποχή που στριμωχνότουσαν στην σειρά, το φρέσκο ψάρι ν' αγοράσουν. Τώρα μόνο ένα ζευγάρι νεαρό αφού κοίταξε για ώρα την ψαριά πήρε μια σκόρπαινα δείχνοντάς την και πλήρωσε σιωπηλά. Τους κοίταζε ο ψαράς που φεύγαν με το ψάρι   κι αναρωτιότανε τι έφταιξε και δεν του απευθύνανε τον λόγο. Δεν κατάλαβε ούτε αν ήταν ντόπιοι ή ξένοι, μια στιγμή μοναχά η κοπελλιά κάτι ψιθύρισε στ' αφτί του συνοδού της αλλά δεν τ' άκουσε.

Το ζευγάρι χάθηκε απ' τα μάτια του κι η μοναξιά βάρυνε κι άλλο το πρωϊνό. Εβρεξε τα ψάρια να μην του ανάψουνε, τάβαλε στα κοφινέλλα με τα παραγάδια και τα σκέπασε με τους μουσαμάδες. Θυμήθηκε που τούλεγε ο πατέρας του, ψαράς κι αυτός, να τα σκεπάζει γιατί έχει κακά μάτια κάτω στο λιμάνι.
 "Τώρα δεν έχει καθόλου μάτια", σκέφθηκε.

Στο σπίτι η γυναίκα του τύλιξε τα πρώτα ψάρια με βρεγμένες εφημερίδες για τους πελάτες, τάβαλε στο ψυγείο και ξεδιάλεξε τα δεύτερα για το μπουργέτο. Αρχισε να τα καθαρίζει στο νεροχύτη  με την γάτα να χαϊδεύεται στα πόδια της περιμένοντας να φάει τα σπάραχνα. Ο ψαράς την κοίταζε με βλέμμα αδειανό, σαν να την έβλεπε πρώτη φορά, σαν να μην την ήξερε καθόλου. 
"Τριάντα χρόνια παντρεμένοι", σκέφτηκε κι όμως δεν είχε ούτε μια λέξη να της πει.
"Μήπως πάντοτε μόνοι μας δεν είμαστε", σιγοψιθύρισε.

 Σηκώθηκε και την πλησίασε χωρίς να την ακουμπήσει. Πάνω από τον ώμο της ήτανε καρφωμένο στον τοίχο το ξύλινο κουτάκι με το αλάτι που μάζευε στα βραχάκια. Απλωσε το χέρι του και πήρε μια μικρή πρέζα. Την έφερε στο στόμα του κι όλη η μοναξιά που μάζεψε η θάλασσα μέχρι να γίνει αλάτι ξεχύθηκε στη γεύση του. Την γνώρισε, την είχε μάθει καλά.                                                                                                                                                                                     

Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Ενας δρόμος διαφορετικός




Κάθε δρόμος έχει μια αρχή κι ένα τέλος. Η αρχή είναι πάντα ένα μέρος όπου υπάρχουν άνθρωποι. Το τέλος μπορεί να είναι μια κάποια πόλη, ένας προορισμός. Μπορεί να είναι ένα ποτάμι, μια χούφτα θάλασσα, μια ακρή ενός γκρεμού με υπέροχη θέα. Μπορεί ακόμα κι ένα πλατάνι αιωνόβιο, για να χαρούν την σκιά του.
Μα κάπου υπάρχει ένας δρόμος, δρόμος εξοχικός στρωμένος με πλάκες. Που και που οι πλάκες είναι βαμμένες κόκκινες. Κανένας δεν θυμάται πότε και ποιός τον έφτιαξε. Δεν έχει ανηφόρες ούτε κατηφόρες. Στριφογυρίζει μέσα στα χωράφια και τα αραιά σπιτάκια για κάνα δυο χιλιόμετρα και σταματά κυριολεκτικά στο πουθενά. Ο,τι υπήρχε πριν, υπάρχει και μετά, ακριβώς το ίδιο τοπίο. Αλλά μετά δεν υπάρχουν πλακάκια, δεν υπάρχει δρόμος. Μερικοί λένε πως το κόκκινο χρώμα στις πλάκες είναι από αίμα, το αίμα από αυτούς που αυτοκτόνησαν γιατί ο δρόμος δεν οδηγούσε κάπου, δεν το άντεξαν. Λένε ακόμα πως τα γκράφιτυ στα σπίτια του δρόμου είναι αφιερώσεις γι αυτούς που τέλειωσαν την ζωή τους στον δρόμο. Αλλα είναι ζωγραφιές, άλλα είναι φράσεις βγαλμένες απ' την ζωή τους :
"Θυμάσαι νάκανες ποτέ, κάτι καλό για μένα ; τη μοναξιά σου λάτρευες πάντα"
Πάντα βγαίνει κάποιο παράπονο για την αυτοκτονία όπως βγαίνει μια συμπάθεια για το ατύχημα.
Υπάρχει άραγε αυτοκτονία από ατύχημα ; 
Πως θα το γράφανε με σύνθημα στον τοίχο ;
Σαν ζωγραφίζεται ο νεκρός στο γκράφιτυ, φορά τα ρούχα από την καλύτερη στιγμή της ζωής του, στα μαλιά του όμως αποδίδεται το χρώμα του τελευταίου βαψίματος. Τα χαρακτηριστικά του αποδίδονται με σκληρές ευθείες, οι καμπύλες απαγορεύονται. Επειδή είναι λίγοι οι τοίχοι των σπιτιών το γκράφιτυ μιας καινούργιας αυτοκτονίας καλύπτει μια παλιότερη. Οπως πολλές εκκλησίες χριστιανικές κτίστηκαν στα ερείπια κάποιου αρχαιοελληνικού ναού.

Κάποιοι επιστήμονες, γιατροί, διατροφολόγοι, θεολόγοι και λοιποί θέλησαν κάποτε να επεκτείνουν τον δρόμο, να τον πάνε κάπου για να μην αυτοκτονούν οι άνθρωποι. Σύσσωμες οι πόρνες των γύρω πόλεων αντιτάχθηκαν στην κίνησή τους με το επιχείρημα πως οι περισσότεροι από τους αυτόχειρες ζητούσαν μια τελευταία επαφή μαζί τους, εκεί στην ερημιά, για την ψυχική τους προετοιμασία και ήταν πολύ γενναιόδωροι.  Δεν ήθελαν να χάσουν αυτά τα εξτρά. Οι επιστήμονες υποχώρησαν στα λογικά επιχειρήματα των εκδιδομένων γυναικών, το χρήμα είχε πάντοτε τον σεβασμό τους. Πλήρωσαν κάποια χρήματα για την συντήρηση του δρόμου και αποφάνθηκαν πως έκαναν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για τους συνανθρώπους τους.

Με το που πέρασαν τα χρόνια, η μόνη ουσιαστκή διαφορά που συντελέσθηκε στην περιοχή, αφορούσε τα σπίτια κι όχι τον δρόμο. Ολα σιγά-σιγά έκλεισαν τις πόρτες και τα παράθυρα που έδιναν στον δρόμο και άνοιξαν καινούργια από τις άλλες μεριές. Εφιαξαν και μονοπάτια για τις μετακινήσεις τους ώστε να αποφεύγουν τον δρόμο. Οταν δεν βλέπουν κάτι, είναι σαν να μην υπάρχει, σκεπτότουσαν κάθε φορά που πήγαιναν από το μονοπάτι στο σούπερμάρκετ ή στο εκλογικό τμήμα για να ψηφίσουν.