Ο Βερνάρδος ο ερημίτης είναι ένα μαλακόστρακο με σχετικά μεγάλες δαγκάνες, σκληρό θώρακα και μαλακή κοιλιά. Για να αποφύγει τους εχθρούς του που ορέγονται την σάρκα του τρυπώνει μέσα σε άδεια όστρακα κυρίως από πορφύρες. Περπατάει με το σκληρό μέρος του έξω ενώ το μαλακό μεταφέρει το σπίτι του. Μόλις φανεί κίνδυνος εξαφανίζεται μέσα στην φωλιά του. Αν μεγαλώσει πολύ και δεν χωράει ψάχνει για μεγαλύτερο σπίτι παλεύοντας μέχρι θανάτου με πιθανούς αντιζήλους. Είναι το καλύτερο δόλωμα για ψάρια...
Καλως ήλθατε από τον Τζι
Το προηγούμενο μπλογκ μου είχε την θερμή υποστήριξη της Breeze, βασικότατη πηγή έμπνευσης. Η απώλειά της μου δημιούργησε την ανάγκη για ένα μετερίζι απ' όπου θα μπορώ να ξεπροβάλλω όσο με παίρνει αλλά και να εξαφανίζομαι μέσα σ' αυτό ή να το μεταφέρω όπου θέλω όπως ο πάγουρος, ο Βερνάρδος ο ερημίτης το σπιτάκι του.
Είναι το τίμημα μα και η απόλαυση της μοναξιάς.
Διηγήματα θα βρείτε στην διηγηματοποίηση
και ποιήματα στην ποιηματοποίηση
Είναι το τίμημα μα και η απόλαυση της μοναξιάς.
Διηγήματα θα βρείτε στην διηγηματοποίηση
και ποιήματα στην ποιηματοποίηση
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015
Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015
Ο ξεκάλτσωτος
\
(αναδημοσίευση από την διηγηματοποίηση)
Για δυο μέρες χιόνιζε στην Αθήνα φιάχνοντας ένα χαλί των είκοσι εκατοστών. Την επόμενη μέρα ο καιρός το γύρισε στη βροχή και η υγρασία έκανε το κρύο εντονότερο. Οι δρόμοι είχαν γίνει μια αηδία από τη λάσπη και το χιόνι κι οι περισσότεροι Αθηναίοι τύλιγαν τα παπούτσια τους σε νάυλον σακκούλες προσπαθώντας να κάνουν τη σύντομη διαδρομή τους χωρίς να γλυστρήσουν ή να βρέξουν τα πόδια τους. Οι κυνηγοί και οι ψαράδες είχανε βάλει τις γαλότσες τους, το πρόβλημα σ' αυτούς ήτανε μόνο η ισορροπία. Σ αυτό το κρύο περιβάλλον παραφωνία ήτανε κάθε εκατοστό ακάλυπτης σάρκας-πλην του προσώπου, φυσικά- και κινούσε την περιέργεια και το βλέμμα του τρίτου της παρέας. Ο μαγαζάτορας, ένας ψηλός και τριχωτός σαραντάρης, δεν είχε θεωρήσει αναγκαίο να φορέσει τίποτε περισσότερο από το αιώνιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του, ξεκούμπωτο μπροστά μέχρι το στομάχι. Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του, η θερμοκρασία περιβάλλοντος του ήταν εντελώς αδιάφορη. Ηταν μάλλον ευχαριστημένος γιατί το κρύο περιόριζε την πελατεία του, δεν ήταν της πολλής δουλειάς, τα βαριότανε τα γεροντάκια που ερχόντουσαν να παίξουν τα φραγκοδίφραγκα της σύνταξής τους τις καθημερινές, μόνο την ημέρα της πληρωμής τους παίζανε κάνα δεκάρικο. Το μαγαζί δούλευε περισσότερο με το τηλέφωνο και με παράνομο στοιχηματισμό όπου η μίζα του πράκτορα από τον μπουκ ήταν διπλάσια της νόμιμης του οργανισμού και οι εισπράξεις μαύρες. Φυσικά τα ποσά που παίζονταν ήτανε μεγάλα και οι αποδόσεις καλύτερες. Ολα αυτά βέβαια απαιτούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τον πράκτορα μιας που ο παίκτης ήταν νομικά ακάλυπτος, σ' αυτό το ανοικτό πουκάμισο έπαιζε το ρόλο του, ήταν μια επίδειξη ντομπροσύνης του κατόχου του. Το άλλο κομμάτι γυμνης σάρκας ανήκε σ' ένα παίκτη-πελάτη από αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα πρακτορεία και αφορούσε τα πόδια του. Ηταν ξεκάλτσωτος και ο τρίτος της παρέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τους γυμνούς αστραγάλους όπως ξεπρόβαλλαν από τα μονόσολα παπούτσια. Ανατρίχιαζε μόνο που τα έβλεπε, ο ίδιος ήταν βαριά ντυμένος, με κασκόλ και καπέλλο παρ' ότι βρίσκονταν σε κλειστό χώρο. Του φαινόταν τόσο αφύσικη η έλλειψη κάλτσας με τόσο κρύο που τον έκανε να αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του. Κάποιος που αδιαφορεί για τα πόδια του πρέπει νάχει κάπου αλλού απασχολημένο το μυαλό του και επειδή σίγουρα δεν ήταν βαρεμένος καλλιτέχνης ή ερωτευμένος μάλλον για λαμόγιο του έμοιαζε. Συνειρμικά τον σύγκρινε με κάτι παιδιά που τα ντύνανε με κουστούμια διάφορες παραθρησκευτικές οργανώσεις και τα αμολάγανε να κτυπάνε κουδούνια και να προσηλυτίζουν κόσμο στην τάδε ερμηνεία των γραφών. Ολα αυτά τα παιδιά είχαν σαν χαρακτηριστικό τους τα φτηνά και απεριποίητα παπούτσια γιατί η οργάνωση δεν μπορούσε να διαθέσει αυτό το τόσο πιο προσωπικό από τα κουστούμια συμπλήρωμα του ντυσίματος. Ενα μπουκάλι ούζο και κάτι μεζέδες ήταν ανάμεσά τους και μια κουβέντα είχε ανάψει περί τα στοιχηματικά. Ο ξεκάλτσωτος μίλαγε με ύφος εξπέρ περί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά, ο μαγαζάτορας του τόχε ξεκόψει περί τα άλογα- είχε πικράν πείρα- αλλά άκουγε με ενδιαφέρον τις απόψεις του περί ποδοσφαιρικής τακτικής και της ικανότητας κάθε προπονητή της ελληνικής επικράτειας. Τελικά ο ξεκάλτσωτος έδωσε ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα στον μαγαζάτορα, απόρροια των διαλέξεών του και αποχώρησε, οι άλλοι συνέχισαν το ουζάκι τους και την κουβέντα τους. Είχαν κι άλλα πράγματα κοινά να σχολιάσουν, οι γυναίκες ήταν στην κορυφή των προτιμήσεών τους. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκε να πει τους φόβους του για τον ξεκάλτσωτο αλλά περιορίστηκε σ' εναν αδιάφορο σχολιασμό για το ότι δεν φόραγε κάλτσες χωρίς να το συνδέσει με τον χαρακτήρα του. Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκαν ο μαγαζάτορας του διηγότανε τη λαδιά που τούκανε ο ξεκάλτσωτος και τι θα τούκανε αν τον ξανάβρισκε στο δρόμο του.
(αναδημοσίευση από την διηγηματοποίηση)
Για δυο μέρες χιόνιζε στην Αθήνα φιάχνοντας ένα χαλί των είκοσι εκατοστών. Την επόμενη μέρα ο καιρός το γύρισε στη βροχή και η υγρασία έκανε το κρύο εντονότερο. Οι δρόμοι είχαν γίνει μια αηδία από τη λάσπη και το χιόνι κι οι περισσότεροι Αθηναίοι τύλιγαν τα παπούτσια τους σε νάυλον σακκούλες προσπαθώντας να κάνουν τη σύντομη διαδρομή τους χωρίς να γλυστρήσουν ή να βρέξουν τα πόδια τους. Οι κυνηγοί και οι ψαράδες είχανε βάλει τις γαλότσες τους, το πρόβλημα σ' αυτούς ήτανε μόνο η ισορροπία. Σ αυτό το κρύο περιβάλλον παραφωνία ήτανε κάθε εκατοστό ακάλυπτης σάρκας-πλην του προσώπου, φυσικά- και κινούσε την περιέργεια και το βλέμμα του τρίτου της παρέας. Ο μαγαζάτορας, ένας ψηλός και τριχωτός σαραντάρης, δεν είχε θεωρήσει αναγκαίο να φορέσει τίποτε περισσότερο από το αιώνιο κοντομάνικο πουκαμισάκι του, ξεκούμπωτο μπροστά μέχρι το στομάχι. Το χαμόγελο δεν έλειπε από τα χείλη του, η θερμοκρασία περιβάλλοντος του ήταν εντελώς αδιάφορη. Ηταν μάλλον ευχαριστημένος γιατί το κρύο περιόριζε την πελατεία του, δεν ήταν της πολλής δουλειάς, τα βαριότανε τα γεροντάκια που ερχόντουσαν να παίξουν τα φραγκοδίφραγκα της σύνταξής τους τις καθημερινές, μόνο την ημέρα της πληρωμής τους παίζανε κάνα δεκάρικο. Το μαγαζί δούλευε περισσότερο με το τηλέφωνο και με παράνομο στοιχηματισμό όπου η μίζα του πράκτορα από τον μπουκ ήταν διπλάσια της νόμιμης του οργανισμού και οι εισπράξεις μαύρες. Φυσικά τα ποσά που παίζονταν ήτανε μεγάλα και οι αποδόσεις καλύτερες. Ολα αυτά βέβαια απαιτούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τον πράκτορα μιας που ο παίκτης ήταν νομικά ακάλυπτος, σ' αυτό το ανοικτό πουκάμισο έπαιζε το ρόλο του, ήταν μια επίδειξη ντομπροσύνης του κατόχου του. Το άλλο κομμάτι γυμνης σάρκας ανήκε σ' ένα παίκτη-πελάτη από αυτούς που ξημεροβραδιάζονται στα πρακτορεία και αφορούσε τα πόδια του. Ηταν ξεκάλτσωτος και ο τρίτος της παρέας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από τους γυμνούς αστραγάλους όπως ξεπρόβαλλαν από τα μονόσολα παπούτσια. Ανατρίχιαζε μόνο που τα έβλεπε, ο ίδιος ήταν βαριά ντυμένος, με κασκόλ και καπέλλο παρ' ότι βρίσκονταν σε κλειστό χώρο. Του φαινόταν τόσο αφύσικη η έλλειψη κάλτσας με τόσο κρύο που τον έκανε να αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα του. Κάποιος που αδιαφορεί για τα πόδια του πρέπει νάχει κάπου αλλού απασχολημένο το μυαλό του και επειδή σίγουρα δεν ήταν βαρεμένος καλλιτέχνης ή ερωτευμένος μάλλον για λαμόγιο του έμοιαζε. Συνειρμικά τον σύγκρινε με κάτι παιδιά που τα ντύνανε με κουστούμια διάφορες παραθρησκευτικές οργανώσεις και τα αμολάγανε να κτυπάνε κουδούνια και να προσηλυτίζουν κόσμο στην τάδε ερμηνεία των γραφών. Ολα αυτά τα παιδιά είχαν σαν χαρακτηριστικό τους τα φτηνά και απεριποίητα παπούτσια γιατί η οργάνωση δεν μπορούσε να διαθέσει αυτό το τόσο πιο προσωπικό από τα κουστούμια συμπλήρωμα του ντυσίματος. Ενα μπουκάλι ούζο και κάτι μεζέδες ήταν ανάμεσά τους και μια κουβέντα είχε ανάψει περί τα στοιχηματικά. Ο ξεκάλτσωτος μίλαγε με ύφος εξπέρ περί τα ποδοσφαιρικά και τα ιπποδρομιακά, ο μαγαζάτορας του τόχε ξεκόψει περί τα άλογα- είχε πικράν πείρα- αλλά άκουγε με ενδιαφέρον τις απόψεις του περί ποδοσφαιρικής τακτικής και της ικανότητας κάθε προπονητή της ελληνικής επικράτειας. Τελικά ο ξεκάλτσωτος έδωσε ένα ποδοσφαιρικό στοίχημα στον μαγαζάτορα, απόρροια των διαλέξεών του και αποχώρησε, οι άλλοι συνέχισαν το ουζάκι τους και την κουβέντα τους. Είχαν κι άλλα πράγματα κοινά να σχολιάσουν, οι γυναίκες ήταν στην κορυφή των προτιμήσεών τους. Σε κάποια στιγμή σκέφτηκε να πει τους φόβους του για τον ξεκάλτσωτο αλλά περιορίστηκε σ' εναν αδιάφορο σχολιασμό για το ότι δεν φόραγε κάλτσες χωρίς να το συνδέσει με τον χαρακτήρα του. Την επόμενη φορά που ξαναβρέθηκαν ο μαγαζάτορας του διηγότανε τη λαδιά που τούκανε ο ξεκάλτσωτος και τι θα τούκανε αν τον ξανάβρισκε στο δρόμο του.
Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
Το θηλυκό του δήμιος ; Μα φυσικά δημία !
στη φτωχή καρδιά που σ' αγαπησε πολύ
δώσε μ' απονιά τη χαριστική βολή,,,
Στίχοι αφιερωμένοι στους κάθε φύσεως και φύλου δημίους...
Η λέξη δήμιος σημαίνει τον προερχόμενο από τον δήμο. Η διαδρομή της είναι η εξής :
Υπήρχε η δημία ποινή για τους βλάπτοντες τα συμφέροντα του δήμου. Οπως και σ' άλλες περιπτώσεις (νεαρόν ύδωρ-> νεαρόν->νερό, ποντικός μυς-> ποντικός, κ.λ.π. ) το επίθετο αντικατέστησε το ουσιαστικό και η δημία έφτασε στις μέρες μας σαν "ζημιά" με την γνωστή μετατροπή του "δ" σε "ζ" όπως ο Δευς (deus) έγινε Ζευς.
Από σπόντα αυτός που εκτελούσε την μεγαλυτέρα των ποινών ονομάσθηκε δήμιος κι αν είναι γυναίκα... δημία
Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015
Timeo Danaos et dona ferentes
Να φοβάσαι τους Δανούς κι όταν φέρνουν δώρα, για τους μη λατινομαθείς ο τίτλος,
Τα δώρα πόσες σκέψεις κουβαλούν και πόσες σκεψεις κρύβουν, η βασικότερη είναι πως ενώ υποτίθεται πως σκοπεύουν να εξυπηρετήσουν αυτόν που το δέχεται, συνηθέστατα εξυπηρετούν αυτόν που το χαρίζει. Κανονικά ο δωρίζων πρέπει να λέει ευχαριστώ όταν γίνεται αποδεκτή η προσφορά του, όλοι μας έχουμε ζήσει στιγμές που έχουμε τόση ανάγκη να δώσουμε κάτι για να βρούμε την ισορροπία μας, αν δεν έχουμε κάποιον να δώσουμε τα δώρα μας καταλήγουμε στην φανερή φιλανθρωπία που ουσιαστικά σκοπό έχει να παραμείνει ζητιάνος ο ζητιάνος. Οι πραγματικοί φιλάνθρωποι όπως και οι πραγματικοί δωρητές δεν φαίνονται ποτέ.
Νομίζω πως η αρχική έννοια του δώρου ήταν η ανταλλαγή πραγμάτων που προετοίμαζε μια σχέση προσωρινής έστω εμπιστοσύνης. Σιγά-σιγά η αμοιβαιότης χάθηκε -λογικό είναι κάποιος να μη μπορεί να ακολουθήσει από ένα σημείο και πέρα- και το δώρο εξελίχθηκε σε ένα μέσο επηρεασμού του άλλου, ακόμα και ασυνείδητης παραπλάνησής του από κάποιο άλλο θέμα, μέθοδος που συνήθως εφαρμόζεται σε παιδιά.
Και σε μεγάλα παιδιά...
Oh, I’m sailin’ away my own true love
I’m sailin’ away in the morning
Is there something I can send you from across the sea
From the place that I’ll be landing?
No, there’s nothin’ you can send me, my own true love
There’s nothin’ I wish to be ownin’
Just carry yourself back to me unspoiled
From across that lonesome ocean
Oh, but I just thought you might want something fine
Made of silver or of golden
Either from the mountains of Madrid
Or from the coast of Barcelona
Oh, but if I had the stars from the darkest night
And the diamonds from the deepest ocean
I’d forsake them all for your sweet kiss
For that’s all I’m wishin’ to be ownin’
That I might be gone a long time
And it’s only that I’m askin’
Is there something I can send you to remember me by
To make your time more easy passin’
Oh, how can, how can you ask me again
It only brings me sorrow
The same thing I want from you today
I would want again tomorrow
I got a letter on a lonesome day
It was from her ship a-sailin’
Saying I don’t know when I’ll be comin’ back again
It depends on how I’m a-feelin’
Well, if you, my love, must think that-a-way
I’m sure your mind is roamin’
I’m sure your heart is not with me
But with the country to where you’re goin’
So take heed, take heed of the western wind
Take heed of the stormy weather
And yes, there’s something you can send back to me
Spanish boots of Spanish leather
Σάββατο 1 Αυγούστου 2015
Τα νέα του Κρισσαίου κόλπου
Κατ' αρχήν Κρισσαίος κόλπος και όχι "Ιτέας", δεν βλέπω λόγο να αλλάξει η ονομασία του. Καλό είναι να θυμόμαστε πως πήρε το όνομά του από ένα φυτό που βοηθούσε στο πρόβλημα με τους κιρσούς, την κρίσσα. Ο κιρσός σε άλλη διάλεκτο λεγότανε και κρισσός και από εκεί βγαίνει και το όνομα Κρίσση, μιας Πυθίας, το χωριό Κρισσόν-σήμερα Χρυσό- και φυσικά και η ονομασία του κόλπου.
Κόλπος μέσα στον Κορινθιακό κόλπο ο Κρισσαίος με νερά μέχρι 40 μέτρα βάθος έχει λίγα νερά σε σχέση με τον Κορινθιακό που έχει μέσο βάθος 250 μέτρα και όντας πιο ευαίσθητος στις ανθρώπινες δραστηριότητες έπεσε θύμα της οικονομικής κρίσης. Αντί κάποιων ευρώ φέτος επιτράπηκε σε τρεις τράτες να σαρώσουν τον βυθό και καπάκι δυο άδειες σε δύτες να βγάζουν όστρακα και ολοθούρια με αντλίες. Για όσους δεν κατέχουν τα ολοθούρια (κοινως ψώλοι) είναι ντελικατέσεν στις χώρες της Απω Ανατολής. Απ' όπου περασαν οι δύτες ο βυθός έχει ίδια όψη με οργωμένο χωράφι και τα βαρελάκια για τις ελιές φεύγουν γεμάτα όστρακα για άλλες αγορές
Μου έκανε εντύπωση φέτος πως μέχρι τρεις μέρες πριν δεν κυκλοφορούσε ούτε μία γόπα, ούτε μία τσέρουλα σε όλον τον Κρισσαίο, μόνο λυθρίνια και μπαλαδάκια. Ακόμα δεν έχω δει σαφρίδι, χανάκι και τα άλλα σπουργίτια της θάλασσας που σπεύδουν να υποδεχθούν την καθετή όπου την ρίξεις. Δεν ξέρω αν οφείλεται στις χειμερινές ασχολίες της τράτας ή σε κάτι άλλο, απλά πρώτη φορά συμβαίνει στα πενήντα και χρόνια που ψαρεύω σ' αυτόν τον κόλπο.
Ενα άλλο που με παραξένεψε φέτος ήταν η συμπεριφορά των γλάρων που δεν πλησίαζαν με τίποτε την βάρκα και δεν προλάβαιναν τα μεζεδάκια που τους πέταγα πριν βουλιάξουν. Δεν έβλεπα τον δικό μου, τον Ιωνάθαν, που ερχότανε και καθότανε στη βάρκα κι έδιωχνε κράζοντας τους ανταγωνιστές.
Σήμερα, με τον καινούργιο μήνα τον είδα, ή μάλλον τον άκουσα πίσω μου να κράζει απειλητικά σαν να έλεγε "ήρθα και απαιτώ όλα όσα είναι δικά μου" . Οντως κανένα άλλο γλαρόνι δεν πλησίασε. Κοιτάζοντας τον Ιωνάθαν πρόσεξα πόσο είχε γεράσει...αδύνατος, ξεπουπουλιασμένος, πεινασμένος, μόνο το παιχνιδιάρικο το μάτι του έλαμπε από ελπίδα για τροφή. Αρχισα να του δίνω τα κεφάλια από τα σκαρτσίνια μέχρι να πιάσω κανένα σπάρο που είναι δικαιωματικά δικός του. φαινόταν πολύ πεινασμένος αλλά η μεγαλύτερη έκπληξη ήταν ένα γλυκό και σιγανό κράξιμο που ακολουθούσε κάθε μεζεδάκι και για το οποίο πάω στοίχημα πως ήταν το "ευχαριστώ" στην γλώσσα των γλάρων... Λέτε να μαθαίνει ξένες γλώσσες ο φίλος μου ;
Ο σπάρος ήταν αρκετά μεγάλος κι άλλη μια φορά χαμογέλασα με την προσπάθεια του Ιωνάθαν να τον ευθυγραμμίσει στο ράμφος του για να μπορέσει να τον καταπιεί. Μετά πλησίασε και πόζαρε για την φωτογραφία που βλέπετε στην αρχή του άρθρου, ξανάπε ευχαριστώ και καταλαβαίνοντας πως τελείωσε το ψάρεμα σηκώθηκε κι άρχισε να πετά προς το νησάκι της Παναγιάς.
Τύλιξα την πετονιά μου με μια έγνοια λιγότερη, ο Ιωνάθαν είναι ξανά εδώ.
Σάββατο 25 Ιουλίου 2015
Της Αγίας Βιβής...
Στο Γαλαξίδι ο πιο αξιοπρόσεκτος δρόμος που υπάρχει είναι η οδός Αγίας Παρασκευής. Ο θεός να την κάνει βέβαια κανονική οδό αλλά ισοσταθμίζει τις κυκλοφοριακές αδυναμίες της με τους αξιόλογους ανθρώπους που κατοικούν σ' αυτήν.
(κοκκινίζω ελαφρά)
Στο ξεκίνημά της (αν ξεκινήσουμε από το...τέλος της αλλά όλοι έτσι την βλέπουν κι ας είναι αλλιώς η αρίθμηση) είναι ένα πλακόστρωτο δρομάκι που έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο.
Πριν κάποια χρόνια πέρασαν ένα δίκτυο για την βιολογική αποχέτευση. Ολοι οι σώφρονες κάτοικοι της οδού Αγίας Παρασκευής συνιστούσαν σε ειδικούς και μη να αριθμήσουν τις πέτρες που έβγαζαν ώστε να επανατοποθετηθούν σωστά. Οι άφρονες δημοτικοί παρατρεχάμενοι, εργολάβοι και λοιπό σκυλολόι αρνήθηκαν ευγενικά. Στην επανατοποθέτηση οι μισές περίπου πέτρες περίσσεψαν. Τα κενά καλύφθηκαν με τσιμέντο αλλά η ομορφιά της τοποθέτησης φιλί-κλειδι από τεχνίτες, πάει
Ο δρόμος εξακολουθεί να είναι διατηρητέος αλλά τώρα διατηρεί και την ανικανότητα των αρμοδίων να κάνουν μια δουλειά της προκοπής.
Λίγο μετά αρχίζουν τα σκαλάκια που οδηγούν στην ομώνυμη εκκλησία. Ξεκινώντας αριστερά είναι ένα σπίτι που θα ήταν υπέροχο στην Καλαμάτα ή τα Σιάτιστα αλλά δεν έχει καμιά σχέση με την γαλαξιδιώτικη αρχιτεκτονική. Εννοείται πως ο κατασκευαστής του είχε δική του αρχιτεκτονική άποψη σαν απόφοιτος του πολυτεχνείου την οποία σύντομα πλήρωσε όταν η ανέγερση άλλων σπιτιών "έπνιξαν" την κατασκευή του που δεν έδωσε την είσοδο προς τα σκαλάκια αλλά σ' ένα σοκάκι.
Τα σκαλάκια τα απολαμβάνουν οι τουρίστες, έχουν πλάτωμα κάθε τόσο για ανάσες, οι παλιές πιστές δεν τα αντέχουν πια και πάνε περιμετρικά στην εκκλησιά.
Η εκκλησία έχει δυο αξιοθέατα, τον ζωδιακό κύκλο αποτυπωμένο στο δάπεδο της εισόδου και το ηλιακό ρολόι, τεχνήματα από μια εποχή που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και οι κάτοικοι είχαν τις παροχές του ήλιου σε μεγαλύτερη εκτίμηση.
Νοσταλγώ την εποχή που η θειά Βούλα έφιαχνε το γλυκό και περνάγαμε πιτσιρίκια να της ευχηθούμε κι επειδή μας άρεσε η καρυδόπαστα ή ό,τι άλλο σπιτικό έφιαχνε, ξαναπερνάγαμε να ευχηθούμε και την εγγόνα της...
(κοκκινίζω ελαφρά)
Στο ξεκίνημά της (αν ξεκινήσουμε από το...τέλος της αλλά όλοι έτσι την βλέπουν κι ας είναι αλλιώς η αρίθμηση) είναι ένα πλακόστρωτο δρομάκι που έχει χαρακτηρισθεί διατηρητέο.
Ο δρόμος εξακολουθεί να είναι διατηρητέος αλλά τώρα διατηρεί και την ανικανότητα των αρμοδίων να κάνουν μια δουλειά της προκοπής.
Λίγο μετά αρχίζουν τα σκαλάκια που οδηγούν στην ομώνυμη εκκλησία. Ξεκινώντας αριστερά είναι ένα σπίτι που θα ήταν υπέροχο στην Καλαμάτα ή τα Σιάτιστα αλλά δεν έχει καμιά σχέση με την γαλαξιδιώτικη αρχιτεκτονική. Εννοείται πως ο κατασκευαστής του είχε δική του αρχιτεκτονική άποψη σαν απόφοιτος του πολυτεχνείου την οποία σύντομα πλήρωσε όταν η ανέγερση άλλων σπιτιών "έπνιξαν" την κατασκευή του που δεν έδωσε την είσοδο προς τα σκαλάκια αλλά σ' ένα σοκάκι.
Τα σκαλάκια τα απολαμβάνουν οι τουρίστες, έχουν πλάτωμα κάθε τόσο για ανάσες, οι παλιές πιστές δεν τα αντέχουν πια και πάνε περιμετρικά στην εκκλησιά.
Η εκκλησία έχει δυο αξιοθέατα, τον ζωδιακό κύκλο αποτυπωμένο στο δάπεδο της εισόδου και το ηλιακό ρολόι, τεχνήματα από μια εποχή που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και οι κάτοικοι είχαν τις παροχές του ήλιου σε μεγαλύτερη εκτίμηση.
Νοσταλγώ την εποχή που η θειά Βούλα έφιαχνε το γλυκό και περνάγαμε πιτσιρίκια να της ευχηθούμε κι επειδή μας άρεσε η καρυδόπαστα ή ό,τι άλλο σπιτικό έφιαχνε, ξαναπερνάγαμε να ευχηθούμε και την εγγόνα της...
Δευτέρα 29 Ιουνίου 2015
Οι δυο γιαγιάδες
Δεν ξέρω γιατί αλλά η όλη κατάσταση με τις διαπραγματεύσεις και το δημοψήφισμα μου θυμίζει έντονα το 61, τη χρονιά που έχασα και τις δυο γιαγιάδες μου.
Παπούδες δεν γνώρισα.
Στις αρχές του 61, πιτσιρικάς ακόμη ανέβηκα τις σκάλες και κοίταξα στο δωμάτιο της γιαγιάς. Ηταν ξαπλωμένη στο πλάι όπως κοιμότανε πάντα, γαλήνια με τα χέρια της διπλωμένα μαζί κάτω από το μάγουλό της. Είχε μια τρέλλα καλλιτεχνικής φλέβας η γιαγιά μου και μια γενναιότητα για να απαντήσει στον γιατρό που της συνιστούσε δίαιτα "Γιατρέ εγώ θα φάω και θα πάω χορτάτη". Οντως στις γιορτές απόλαυσε την γαλλοπούλα της και τα γλυκά, ακόμα θυμάμαι το νεύμα για μισό ακόμα κουραμπιέ αφού έτρωγε τον πρώτο. Εφυγε μόνη της ήσυχα σε δυο μέρες, ο γιατρός είχε πεί πως δύσκολα θα έβγαζε τη βραδιά. Από αυτή την γιαγιά μου κληρονόμησα την αγάπη μου για τις όπερες και κάποιες γνώσεις για το τι είναι καλό ανέξάρτητα αν μου αρέσει η όχι. "Δεν μου αρέσει αλλά είναι πολύ καλό" είχα πει όταν μου έδειξε την Γκερνίκα, σήμερα παραμένει πολύ καλή αλλά μου αρέσει κιόλας.
Είχε τον τρόπο της να ξεφεύγει από τις πίκρες της ζωής τραγουδώντας στα ελληνικά τις άριες από τον Ριγκολέττο :
Στην εκκλησιά που πήγαινα
να πω την προσευχή μου
νέος ωραίος μα άτιμος
κινεί την προσοχή μου
tutte le feste al tempio
https://www.youtube.com/watch?v=1a80I5o2-WI
Η άλλη μου γιαγιά με είχε τα καλοκαίρια. Σ' αυτήν χρωστάω την αγάπη μου για τον τούρκικο καφέ, αυτόν που μπαστάρδεψε ο Bravo λέγοντας τον ελληνικό κατά τα γούστα της τότε "εθνοσωτηρίου". Οι κολλητοί μου σέβονται την επιλογή μου και όταν (σπανίως) θέλουν να εκφράσουν τον θαυμασμό τους για κάποιο επίτευγμά μου μου λένε "Παπαγκάλο" αντί για "Μπράβο", μπράβος δεν υπήρξα ποτέ.
Την θυμάμαι στα σκαλάκια του εξοχικού, στην σκιά της κληματαριάς να πίνει τον απογευματινό καφέ της από το μπρίκι και να μου δίνει μια κουταλιά-δεν κάνει παραπάνω στα παιδιά, έλεγε- για να γνωρίσω την γεύση. Αυτή η γιαγιά μου δεν είχε καλό τέλος. Αρχικά της έκοψαν το πόδι λόγω σηψαιμίας στον αστράγαλο και δυο μήνες μετά, ψηλά στον μηρό. Μετά από λίγες μέρες πέθανε ένα μεσημέρι με μια μάσκα πόνου στο πρόσωπό της. Ισως να θυμότανε την σκληρή της μοίρα, παντρεύτηκε, πήγε στην Αμερική και γύρισε χήρα με τέσσερα παιδιά και μια περιουσία που λεηλάτησαν οι συγγενείς της. Είχε τιμηθεί και στην Αμερική και στην Ελλάδα για το κοινωνικό της έργο αλλά δεν μου μίλησε ποτέ γι αυτό.
Κάθε ομοιότητα με τις επιλογές του Ναι και του Οχι στο επικείμενο δημοψήφισμα ας θεωρηθεί συμπτωματική.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




